Σπάρταθλον 2013: Η μεγαλύτερη πρόκληση! Στέργιος Αναστασιάδης

Για μένα το φετινό Σπάρταθλον ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στα τόσα χρόνια που ασχολούμαι συστηματικά με τις υπεραποστάσεις και αυτό γιατί όλη τη χρονιά δοκίμασα νέα πράγματα τα οποία έπρεπε να δω τελικά αν έχουν αποτέλεσμα. Έφτασα το μεσημέρι της Πέμπτης στο ξενοδοχείο London, προκειμένου να παραλάβω το νούμερο του αγώνα, για έβδομη φορά αλλά με μια νευρικότητα και σεβασμό για το εγχείρημα που θα ακολουθούσε την επομένη το πρωί.

Banner Campaign
Αμέσως ξεκίνησαν τα πηγαδάκια για τον φετινό αγώνα, τη διαδρομή, τον καιρό, τις προπονήσεις που έκανε ο καθένας όλο το χρόνο. Όταν κάποιος φίλος και αθλητής με ρώτησε αν είμαι έτοιμος του είπα ότι είμαι πολύ καλά.
«Έχεις κάνει μεγάλες προπονήσεις;» μου είπε. «Δεν έχω κάνει τίποτε πάνω από 6ωρο», ήταν η απάντηση.

Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα φέτος. Ήθελα να βελτιώσω την ατομική μου επίδοση κάνοντας λιγότερα αλλά πολύ ποιοτικότερα χιλιόμετρα. Ήταν η προσέγγιση του προπονητή μου Γιάννη Δαγκόγλου, την οποία και υιοθέτησα ευλαβικά.

Έφτασα το πρωί στην εκκίνηση γεμάτος άγχος. Άγχος διαχειρίσιμο που με καταλαμβάνει όταν βρίσκομαι στην εκκίνηση κάθε αγώνα ανεξαρτήτου απόστασης. Εξαφανίζεται όμως, αμέσως μετά τα πρώτα της διαδρομής. Ξεκίνησα έχοντας πολύ συγκεκριμένο πλάνο στο μυαλό μου σε ότι αφορούσε τα περάσματα από κάποιους σταθμούς. Αν εξαιρέσουμε το μικρό χάσιμο του δρόμου από τους προπορευόμενους, στο πρώτο χιλιόμετρο, ευτυχώς ήταν μόνο 200 μέτρα, όλα εξελίχθησαν σύμφωνα με το πλάνο. Ο καιρός δεν ήταν τόσο ζεστός όσο πέρυσι αλλά ο αντίθετος άνεμος που φυσούσε μέχρι και το σταθμό του Ισθμού καθιστούσε την προσπάθεια ακόμα δυσκολότερη.
Βρέθηκα να περνάω τον πρώτο μαραθώνιο σε 3:22, λίγο γρηγορότερα από ότι είχαμε σχεδιάσει, αλλά ήμουν σε πολύ καλή κατάσταση και αποφάσισα να συνεχίσω στον ίδιο ρυθμό. Ίσως να μην ήταν και η σωστότερη απόφαση αλλά πείτε μου εσείς ποιος αθλητής θα μειώσει το ρυθμό του αν βλέπει ότι το σώμα ανταποκρίνεται και ας έχει ακόμα μπροστά του άλλα 200 χιλιόμετρα.

Τέλος πάντων, σε κάποια στιγμή είδα να με προσπερνούν ο Πορτογάλος νικητής του αγώνα που έτρεχε μαζί με τον δύο φορές, νικητή το 2010 και 2011 Ιταλό. Εκεί κατάλαβα ότι μάλλον έτρεχα λίγο γρηγορότερα από ότι έπρεπε, καθώς δεν θεωρώ τον εαυτό μου σε αυτό το επίπεδο ακόμα. Βλέποντας επίσης ότι η διαφορά σε σχέση με το σχεδιασμό έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις όσο πλησίαζα στην Hellas Can, αποφάσισα να περπατήσω αρκετά σε προηγούμενους σταθμούς. Εξάλλου όλη τη χρονιά πίστευα και δοκίμαζα την τακτική του Γιάννη που έλεγε ότι τα πρώτα χιλιόμετρα του αγώνα θα έπρεπε να είναι αργά, πολύ αργά.

 

Εκμεταλλεύτηκα λοιπόν την ευκαιρία και κάθισα λίγο στον κεντρικό σταθμό προκειμένου να χαιρετήσω τους αγαπημένους μου συγγενείς και φίλους που κάθε χρόνο περιμένουν εκεί. Η καταγωγή μου από την Κόρινθο μου δίνει αυτό το μεγάλο πλεονέκτημα. Η συμμετοχή την τοπικής κοινωνίας ήταν συγκλονιστική, γεγονός που φανερώνει την ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση που έχει ο αγώνας στο ευρύ κοινό.

Σε αυτό το πρώτο σκέλος όλα είχαν πάει τέλεια. Η διοργάνωση ήταν για άλλη μια φορά συνεπέστατη σε όλα, ενώ οι εθελοντές ζούσαν μαζί με τους δρομείς τον αγώνα. Με αναγνώριζαν από μακριά έχοντας έτοιμα τα σακουλάκια που είχα αφήσει σε σταθμούς και τους ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό.


 Συνέχισα στη διαδρομή περνώντας τα πρώτα 100 χιλιόμετρα σε κάτι περισσότερο από 9 ώρες. Γνωρίζοντας τη διαδρομή απ’ έξω είχα αποφασίσει που θα έπρεπε να κάνω οικονομία δυνάμεων για να είμαι καλά στα τελευταία χιλιόμετρα. Έτσι στις δύσκολες ανηφόρες προς Χαλκί έριξα αρκετά τους ρυθμούς. Το χρονόμετρο έλεγε 11,5 ώρες όταν έφτασα στον κεντρικό σταθμό της Αρχαίας Νεμέας, στη μέση του αγώνα. Τόσο γνώριμα για μένα όλα αυτά τα μέρη αφού πέρασα εκεί αρκετά από τα παιδικά μου καλοκαίρια τρυγώντας σταφύλια στον κάμπο μαζί με τον παππού μου. Εκεί βρήκα το δεύτερο νικητή του αγώνα, σε πολύ καλή κατάσταση φυσικά, να κάνει ένα μικρό διάλειμμα. Μίλησα στο τηλέφωνο με την οικογένειά μου, στη Βέροια, δυστυχώς δεν μπόρεσε να βρίσκεται κοντά μου και πήρα μια μεγάλη δόση ενέργειας για να συνεχίσω.



Στους επόμενους δύο σταθμούς βρέθηκα να τρέχω κάτω από τον ιερό ναό της Παναγίας του βράχου για να αναπολήσω για μια ακόμα φορά τα παιδικά μου χρόνια όταν πήγαινα εκεί την ημέρα της γιορτής της. Ζήτησα τη βοήθειά της ώστε να φτάσω στη Σπάρτη και συνέχισα. Η δουλειά που είχε κάνει η διοργάνωση στο χωμάτινο αυτό κομμάτι ήταν εξαιρετική αφού υπήρχε βυτίο με νερό που έβρεχε το δρόμο και έτσι κρατούσε τους δρομείς μακριά από την ενοχλητική σκόνη. Μετά το σταθμό των Αγ. Αναργύρων με έφτασε ο δεύτερος νικητής Γερμανός και συμφωνήσαμε ότι ο καιρός είναι πλέον πολύ καλύτερος για τρέξιμο αφού ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει. Με χαιρέτησε και συνέχισε με σταθερό ρυθμό. Προσωπικά με γεμίζει ενέργεια όταν τυχαίνει να τρέχω πλάι πλάι με δρομείς που αντικειμενικά βρίσκονται ανάμεσα στους καλύτερους του κόσμου και διαπιστώνω ότι και αυτοί έχουν τα ίδια θέματα να αντιμετωπίσουν κατά τη διάρκεια τόσο δύσκολων αγώνων.Πριν το Μαλανδρένι, όταν είχε πια χαθεί ο ήλιος, με προϋπάντησαν, κατά την προσφιλή τους συνήθεια, τα παιδιά του χωριού με ποδήλατα, γεμάτα ανυπομονησία να καλωσορίσουν και να συνοδέψουν τον πρώτο Έλληνα δρομέα στο χωριό τους, όπου βρίσκεται ένας ακόμα κεντρικός σταθμός. Η ατμόσφαιρα πανηγυρική με έκανε μερικές στιγμές να ξεχάσω την κούραση των χιλιομέτρων που είχαν περάσει. Πήρα το φακό κεφαλής και συνέχισα τη μοναχική μου πορεία. Όλα εξελίσσονταν βάση του προκαθορισμένου πλάνου.

Το μυαλό μου ξαναγύρισε στον αγώνα ενώ άρχισα ήδη να σκέφτομαι την ανηφόρα από το Καπαρέλι προς τη βάση του βουνού. Όχι τόσο λόγο κλίσης όσο εξαιτίας των πόνων στο στομάχι οι οποίοι είχαν αρχίσει να με ταλαιπωρούν. Προσπαθούσα να σκεφτώ τρόπους βελτίωσης της κατάστασης μέσα από προηγούμενες ανάλογες εμπειρίες, μιας και τα θέματα με το στομάχι με συντροφεύουν σε αρκετούς από τους αγώνες υπεραποστάσεων που έχω κατά καιρούς τρέξει. Στη βάση του βουνού πήρα ένα δεύτερο φακό στο χέρι, κατά την πάγια τακτική μου σ’ αυτό το κομμάτι και ξεκίνησα την ανάβαση. Δεν συνηθίζω να αλλάζω παπούτσια στο βουνό καθώς πιστεύω ότι δεν υπάρχει λόγος να πειράξεις κάτι εφόσον αυτό δεν σε ενοχλεί. Οι πόνοι έχουν υποχωρήσει καθώς εδώ δεν τίθεται θέμα τρεξίματος και επομένως ήταν μια ευκαιρία ανάρρωσης για μένα.

 

 Στο Σάγκα έκανα ένα μικρό διάλειμμα, δώρο στον εαυτό μου επειδή κατάφερε να τελειώσει και το δεύτερο σκέλος του αγώνα. Από εδώ και πέρα σκέφτηκα ότι εκτός απροόπτου υπήρχαν σοβαρές πιθανότητες να δω για μια ακόμα φορά τη Σπάρτη. Οι πόνοι στο στομάχι όμως έκαναν πάλι την εμφάνισή τους και με ανάγκασαν να ρίξω αρκετά τους ρυθμούς χάνοντας μερικές ακόμα θέσεις στη γενική κατάσταση. Πραγματικά όμως ήταν το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε εκείνη τη στιγμή. Έπινα μόνο όσο νερό χρειαζόταν προκειμένου να μην αφυδατωθώ, γιατί η επιπλέον ποσότητα θα μου προκαλούσε εμετό, γεγονός που ήθελα να αποφύγω.
Έφτασα στην Τεγέα γύρω στις 04:00 το πρωί για να συναντήσω τους φίλους και συναδέλφους, που βρίσκονται εκεί όσες φορές έχω περάσει, για να με προϋπαντήσουν και να με εμψυχώσουν. Έφαγα μερικές μπουκιές ψωμί, δεν μπορούσα άλλωστε να φάω κάτι περισσότερο, και ξεκίνησα για το κομμάτι που προσωπικά θεωρώ το δυσκολότερο του αγώνα. Οι ατελείωτες ευθείες, ο δρόμος ταχείας κυκλοφορίας και η μονοτονία του δρόμου με έχουν κάνει να προσπαθώ κάθε χρονιά να περνάω όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι αυτού του τελευταίου σκέλους, νύχτα. Περνώντας από τα 215 χιλιόμετρα σε 24 ώρες κατάλαβα ότι δεν θα αποφύγω εντελώς το Σαββατιάτικο ήλιο αλλά δεν ήμουν σε θέση να κινηθώ σε γρηγορότερους ρυθμούς. Είχα αποφασίσει αντί αυτού να τρέξω όλη το διαδρομή μέχρι τη στιγμή που ο ήλιος θα ανέβαινε ψηλά και θα χρειαζόμουν ξανά καπέλο.

 

 Έφτασα στους Βουτιάνους για το καθιερωμένο παγωτάκι αλλά δυστυχώς εφέτος τα είχαν αποσύρει νωρίς και έμεινα με την ανάμνηση των περασμένων χρόνων. Ας είναι καλά ο φίλος μου και συναθλητής Γιώργος Βλάχος και η υποστήριξή του που φρόντισε γι’ αυτό μετά τον τερματισμό του στη Σπάρτη. Στους Βουτιάνους λοιπόν οι εθελοντές ανήγγειλαν την άφιξη Έλληνα στο σταθμό τους ώστε να προετοιμάζεται η υποδοχή στη Σπάρτη. Προσωπικά όταν διαπίστωσα ότι ο επόμενος σταθμός βρίσκεται στα 4,7 χιλιόμετρα κατάλαβα ότι ο στόχος είναι ακόμα μακριά. Παλαιότερα υπήρχε επιπλέον σταθμός μεταξύ Βουτιάνων και σταθμού πριν τη γέφυρα του Ευρώτα. Αυτά τα 4,7 χιλιόμετρα μπορεί να φανούν πολύ επικίνδυνα για κάποιον που φτάνει εκεί Σάββατο μεσημέρι και δεν έχει τη διαύγεια να ανεφοδιαστεί αρκετά για τα τελευταία τμήματα του αγώνα. Πιστεύω ότι είναι κάτι που θα πρέπει να εξεταστεί από τη διοργάνωση του αγώνα.

Φτάνοντας στο σταθμό μετά τη γέφυρα και έχοντας μόλις 2 χιλιόμετρα για τον τερματισμό, πήρα την Ελληνική σημαία που μια Σπαρτιάτισσα μου είχε δώσει στον τερματισμό του 2009 και την έριξα στους ώμους μου. Η συνοδεία των παιδιών αλλά και το ιερό σύμβολο δεν μου επέτρεπαν να περπατήσω. Στην τελευταία δεξιά στροφή όπου πλέον αντικρίζει κανείς το άγαλμα, ένοιωσα αμηχανία βλέποντας όλο αυτό τον κόσμο να με περιμένει. Δεν περίμεναν βέβαια εμένα προσωπικά γιατί δεν με γνωρίζουν αλλά την έλευση του πρώτου Έλληνα προκειμένου να νιώσουν υπερήφανοι και να ζητωκραυγάσουν. Όπως άλλωστε έκαναν και για τους υπόλοιπους 20 αθλητές και αθλήτριες που αξιώθηκαν να τερματίσουν στην πόλη τους. Η Σπάρτη ήταν όλη εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια των τερματισμών περιμένοντας τους δρομείς του Λεωνίδα. Αλήθεια πόση μεγάλη δύναμη μπορεί να δώσει όλος αυτός ο κόσμος στους αθλητές που φτάνουν εκεί. Παραλίγο να το ξεχάσω αυτό το συναίσθημα από πέρυσι. Ελπίζω μόνο να κρατήσει αυτή η ενέργεια μέχρι του χρόνου και εύχομαι να είμαστε όλοι δυνατοί να αντικρύσουμε ξανά το Λεωνίδα.

 Προσωπικά για εμένα ο αγώνας αυτός είναι μια ιερή διαδικασία, αποτέλεσμα μεγάλης προσπάθειας και ενασχόλησης που διαρκεί όλο το χρόνο. Ανυπομονώ να έρθει η ώρα να βρεθώ κάτω από την  Ακρόπολη κάθε φορά με την ίδια αγωνία. Η διαδικασία αυτή καθεαυτή δεν διαρκεί πολύ και ας τρέχω επί 27 ώρες, διότι το μυαλό μου είναι συνεχώς απασχολημένο με πολλά θέματα του αγώνα. Οι συνεχόμενοι τερματισμοί σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζουν σίγουρη θέση και τερματισμό. Κάθε φορά είναι σαν μια νέα φορά. Πραγματικά δεν θυμάμαι να περιγράψω λεπτομέρειες καθώς βρίσκομαι σε έναν άλλο κόσμο την ώρα που τρέχω το Σπάρταθλον. Θυμάμαι μόνο τους κεντρικούς σταθμούς όπου κάθομαι λίγο περισσότερο. Το πλήρωμα της υποστήριξής μου μπορεί να το επιβεβαιώσει.



Θα ήθελα τελικά να ευχαριστήσω το Θεό που μου έδωσε τη δύναμη να φτάσω και φέτος στη Σπάρτη, την οικογένειά μου που μου συμπαραστέκεται τόσο χρόνια και με παροτρύνει να δουλέψω σκληρότερα, τον προπονητή μου Γιάννη Δαγκόγλου που δέχτηκε να ‘’πειραματιστεί’’ σ’ έναν καινούριο γι’ αυτόν χώρο όπως οι υπεραποστάσεις, την ομάδα του Advendure, Δημήτρη Τρουπή και Τάκη Τσογκαράκη, γιατί εμφανίζονταν πάντα εκεί που χρειαζόμουν μια ένεση ηθικού, τον κ. Πρεδάρη που μου εμπιστεύτηκε τις κάλτσες συμπίεσης της αμερικάνικης εταιρείας Medicore για το συγκεκριμένο αγώνα και τέλος όλους τους ακούραστους εθελοντές για τη σπουδαία συμμετοχή και βοήθειά τους. Υπόσχομαι, αν είμαι γερός του χρόνου να βρίσκομαι, στις 26 Σεπτεμβρίου 2014 κάτω από το βράχο της Ακρόπολης για ένα νέο Σπάρταθλον.

 


Στέργιος Αναστασιάδης


Photo ©: Χρήστος Μπουκώρος

 

Tηλέφωνο

6945894673

Ακολουθήστε μας!